"∆ε δέχουµαι τα σύνορα,
δε µε χωρούν τα φαινόµενα, πνίγουµαι!
Την αγωνία τούτη βαθιά, αιµατερά να τη ζήσεις,
είναι το δεύτερο χρέος."
________________
Και τότε εγώ, ο μηδαμινός,
τ' άγονου κόσμου ο τιποτένιος προσκυνητής
περιπατητής καμένος, σε πύρινες θαλασσών καταιγίδες
άφθαρτα μαγεμένος, από του φιδιού την ερπετική ευφυΐα
εκούσια γυμνωμένος, από των άστρων τον υπέρμαχο ακοντισμό
Εγώ , των καιρών ο ληστρικός ένοχος,
βλέμμα με υποταγή ξανά ανενόχλητα θα της χαρίσω,
τιμονιέρης στην πρόστυχη ιεροσύνη της
και θα την αποκαλέσω αυθαίρετα, Ψυχή
.............................................................................
Ξύπναε κι αφουγκραζόνταν
και πάντα ήτανε νωρίς των καιρών της
των βράχων και των αστραπών της
σαν το αρχέγονο ένστικτό της τα μάτια άνοιγε
και νωχελικά, κατάρας θεϊκής το νόμο υπάκουε
Ο κόσμος της θολός
θαρρείς γης επικύνδινα απάτητη
άγραφη των περαστικών πατημασιών
και άμαθη των ορίων της
τυφλή σχεδόν, με την αφή του κουρελή
έτσι που πορευόταν η πύρινη ύπαρξη της
Πορφύρα νιογέννητη έμοιαζε
ακρωτηριασμένου ισημερινού το μάτωμα
κύματα δειλινής πορφύρας, σαν πύρινα η καρίνα της αφρίζει
σε γυμνωμένης φωτιάς την αφή παραδομένη
Μα δεν ήτονε η θάλασσα,
μήτε και το κύμα, μήτε και η αρμύρα του
μόνο ήτονε
γυαλί μπηγμένο σε γης λιμασμένης την στεριοσύνη
έτσι λογάται μιας πυράς η αφή τη θεία μνήμη
Μα μέλλει να την διασχίσεις,
να γευτείς το κύμα της το πύρινο
κατάσαρκα της απώλειας, ζητιάνος
μεσοπέλαγα της ικεσίας, εξουσιαστής
βορά στ' ανέμου του καυτού την κραυγή,
σαν η στερνή σου βούληση ανεμίζει
ρουφώντας τη γεύση από αίμα και ύδωρ
κι από του "θέλω" την προπατορική ενοχή
να αποκόπτει τη σάρκα από τη σάρκα,
στης ζωής τον έσχατο οργασμό
Καταμεσής της ρότας της
πάντα αναδιπλωνόταν κατάδικη της αυτοτέλειας της
Κι αργότερα η σύγκρουση, η ρωγμή
Πάντα μια ρωγμή στην υποτέλεια της,
πάντα μια ρωγμή με φως,
πάντα ένα φως τη ρωγμή να αναιρεί
πάντα η μελωδία που ήχο άγνωρα τσίγκινο συντροφεύει
Μα δεν ήτονε θάλασσα,
μήτε και πηγάδι, μήτε και του νου τα βάθια
μόνο ήτονε
μνημοσύνη θρυμματισμένη σε βράχου κοφτερού τη νυχτιά
έτσι λογάται η όραση της πυράς τη θεϊκή ουσία
Μα μέλλει να την αντέξεις,
να υμνήσεις των αισθήσεων της το αιχμηρό
ζερβά τ' απτού αληθινού, ως σώφρωνας
δεξά της αυταπάτης, ως λεύτερα κουζουλός
ανασφαλής στης ρότας της τα τερτίπια,
σαν ένας στερνό πόθος διακαής ανασαίνει
υμνώντας την αέναη μυρωδιά από φωτιά κι ατσάλι
κι από του "βλέπω" την μακάρια αυταπάτη
να αποκόπτει η ψυχή την ψυχή,
στου θανάτου τον έσχατο λυτρωμό
... καρφωμένη σε συμπληγάδες ενατενίσεις
παραδομένη σε ονειροφάνειας παραλήρημα
πεισμωμένη σε ζωής την ανελέητη επιβολή
μια έβλεπε,
μια χάνονταν,
τυφλός περιπατητής άλλοτε
κι άλλοτε ενστικτώδης αναζητητής
φονικό το σαράκι της
πύρινη η προσταγή της
συντρίμμι η τυφλότητα της
όσο κι επιβολή η βούληση της
Κι όμως δεν ήτονε θάλασσα,
μήτε του βυθού σμαράγδι, μήτε και της αφής τα κρύφια
μόνο ήτονε
μια ουράνια δρασκελιά, σε ελπίδα παράφορη
έτσι ήτονε να λογάται η ψυχή, της ζωής την καυτή ανάσα
" Αν µπορείς, Ψυχή, ανασηκώσου
απάνω από τα πολύβουα κύµατα
και πιάσε µ' ένα
κλωθογύρισµα του µατιού σου όλη τη θάλασσα.
Κράτα καλά τα φρένα σου να µη
σαλέψουν.
Κι ολοµεµιάς βυθίσου πάλι στο πέλαγο και ξακλούθα τον αγώνα. "
(c) Ευαγγελία Χατζηδάκη
Στις αγκύλες, ο κουζουλός Κρητικός ο Νίκος
Ο Costello, απλά μαγευτικός σε ένα φανταστικό κομμάτι
Και η μουτζούρα της ζωγράφας, λάδι & ακρυλικό ...Ψυχή [..αυθαίρετα, αλλά εντελώς όμως!!!]
!!!!!!!!!!!
ΑπάντησηΔιαγραφή