Απόψε
θα φύγω
πριν τις περίφημες νεκρολογίες του Eliot
Πάντα φεύγω
Σαν νεφέλες που περνούν
και ξεμακραίνουν
όταν το αίμα σταματά να τραντάσει
οι νεκρολογίες, δεν με έπεισαν ποτέ, έτσι κι αλλιώς
...........................................
Ξάπλωσα νωχελικά
στο αιώνιο σημείο ισορροποίας μου
το σημείο ψυχραιμίας
- γιατί άραγε το αποκαλούν έτσι, μήπως παγώνει
το αίμα εκεί-
το σημείο γύμνιας από ψυχή και καιρούς
δίχως ταμπέλα, δίχως προδιαγεγραμμένο χρόνο
δίχως αξίωση καμιά εντελώς
ίσως κάποιες συντεταγμένες
μα κι αυτές αχνές πια και άνευ σημασίας
αν με ρωτήσεις δεν ξέρω πια να τις περιγράψω
Εδώ γαλήνια πια
μετά χρόνων και ψευδαισθήσεων το κούεσεμα
μέσα από ανελέητες φωτιές
και το ανείπωτο σκηνικό
της αλλαζονείας των νιάτων,
η νηνεμία μιας φρόνησης με ανακαλύπτει
επισφραγίζοντας
της ανθρώπινης φύσης μου, το αναπόφευκτα θνητό
επιτέλους,
επιτρεποντας μου έναν επίλογο επιείκειας
Η μήπως
άλλη μια αυταπάτη τούτο αρμόζει να χαρακτηριστεί
Κατά πάσα πιθανότητα,
μα κι αυτό, μια μη αρμόζουσα πιθανολογία το λογώ πια
μέσα σε μια δίνη υποκειμενικών πιθανοτήτων
Αφού ένας Eliot,
ακόμα καταφέρνει να με πείθει
φρόνηση, πως μόνο οι νεκρολογίες κουβαλάνε
ποτέ η ζωή των ουσιαστικά ζωντανών
και ποτέ η αλήθεια κι ο παραδομός ως πράξη
Μα πόσοι έμειναν ζωντανοί
λογούμαι τώρα
Ποια φρόνηση να επικαλεστώ
αστείο που ακούγεται
πάντα αστεία ακουγόταν
κι αστείο θε να μείνει σε μια γωνιά του νου
Επιλογή μου,
η αιώνια φωτιά, στων οριζόντων
το -έτσι κι αλλιώς- εύπλαστο σύνορο τους
εκεί , που τώρα αρμόζει η χαραξιά του επίλογου
Πεισματικά κι οριστικά
θα σκαρφιστώ
ένα παιχνίδι , νου και θανάτου
προκαθορισμένα σαγηνευτικό,
μεταίωρο ανάμεσα στο φως του δειλινού και της Ηούς
να με πλανεύει, ικανοποιώντας τις αισθήσεις
ως γνήσιο νοσταλγό της απόλυτης ακολουθείας της ζωής
σε πείσμα της γύμνιας μου
μπροστά στον αλγόριθμου της θνητότητας
Και κοίτα να δεις!
Άγνωστη εγώ
ακόμη και σε εμένα, τον αιώνιο κριτή μου
Κι απροσδιόριστη να μείνω επιλέγω,
ακόμη κι ανάμεσα
σε τούτες τις ξεδιάντροπα ζωντανές αποχρώσεις
ενός σημείου φαινομενικής ισορροποίας
σε μια κατά συνθήκη αλληλεπίδραση
ζωής και θανάτου, τέλους και αρχής
πρόθεσης και πράξης
φρόνησης και παραλογισμού
Χαλαρά πια να ανασαίνω
των καιρών μου τις εποχές
μπροστά στης ζωής
την επίμονη απεραντοσύνη
Εποχές,
άλλοτε νοτισμένες με μια απέριτη γύμνια
με μούσκευαν,
της ψυχής το χρώμα παρασέρνοντας ως το κόκαλο
να γυρεύει να τρυπήσει το φθαρτό της σάρκας
με λάφυρα και μπιχλιμπίδια
από του Καβάφη την μακρινή Αλεξάνδρεια
με διαλαλούσαν
σε χρώματα χυμένα σε καμβάδες
σε λέξεις, ανούσια συγκεντρωμένες
καταμεσής στων νεφελών τις ρωγμές
Εποχές που με κατέγραφαν,
σε μια προσπάθεια να με χωρέσουν,
να με νουθετήσουν
άλλοτε κρεμώντας παλτό δυσβάσταχτα βαρύ
σε κάθε ακίδα του νου
γδέρνοντας απολαυστικά της ματιάς τον πυρήνα
τα θέλω γυμνόνοντας, πλάι στα αναπόφευκτα
Κι άλλοτε πάλι,
κουρσέβοντας κάθε στάχυ ξανθό, της ψυχής
της εξ' ορισμού σαρκοβόρας
απαρχής καταδικασμένης σε μια ερήμην συνθηκολόγηση
λεηλατώντας κάθε ανάσα των κυττάρων σε ένα οικείο παραδομό
Κι όταν να με χωρέσουν δε κατάφερναν,
μάτια γυμνά μόνο μου άφηναν
σε τούτο το ιερό σημείο, των αιώνιων λίθων
να με προσδιορίζουν
ωσάν γκροντέσκα φιγούρα επιδέξιου καλλιτέχνη
Μάτια γυμνά,
φλεγόμενα, υπνοτισμένα, κι ολόγιομα
ωσάν πανσέληνες αντανακλάσεις
από στερέωμα αμφίβολο κρεμάμενα,
ποτισμένα με θάλασσα και πυρά, θάνατο και ζωή
Δίψα και νερό, ένα!
Ύπαξη και ανυπαρξία ένα!
...........................................
Και τότε...
Άνεμος!
Και να που τώρα,
με ένα πινέλο στα δάκτυλα,
σβήνει σε μια μυσταγωγική ιεροτελεστία
της θάλασσας τις αέρινες ριτίδες
ξεβάφοντας πλεούμενα και πετούμενα
αποχρωματίζοντας πιξίδες και χάρτες
αποβάθρες και προορισμούς
Κι αφού τα αναδόμησε όλα
κατά πως γούσταρε
Στράφηκε στο στερνό κομμάτι
που μαρτυρούσε και την ίδια την ύπαρξη μου
Τον καρτερούσα
Έτσι απλά, έτσι από πάντα
Έναν άνεμο ωσάν ετούτο, σε μια ίση αναμέτρηση
σχεδόν έμψυχο, ακριβως άνεμο
μπροστά στον επίλογο της γραφής
Αρχίζει διαγράφοντας τα πέλματα μου
αυτούς τους ταλαίπορους ταξιδιώτες
των βράχων και των Ενετικών τοιχών
τους αρχέγονους αλήτες σουλατσαδόρους
άλλοτε σε στράτες της θάλασσας χαμένοι
κι άλλοτε,
καταιγίδες σεργιανίζοντας
υπό μιας λιακάδας το λογισμό
Δεν έχω πια βήμα,
ανάλαφρα, σβήνομαι κι εγώ πια,
μετουσιόνομαι σε κάτι ελεύθερο υπόστασης
Χρώμα!
Χρώμα γίνομαι σιγά σιγά
και χύνομαι με αργόσυρτες πινελιές
λυτρωτικής απελευθέρωσης
σε καμβά ανασαίνοντας το στερνό μου οξυγόνο
αγκαλιάζοντας την στερνή μου μορφή
Δεν τρομάζω πια
αδειάζω τώρα, όλα αδειάζουν, έτσι όπως αρμόζει
Δεν λυπάμαι πια
Τίποτε δεν είναι ικανό να με χαρακώσει πια
Χρώμα εγώ
σε ένα ιδεατό καμβά
καταμεσής του μπλέ και της πορφύρας
δίχως χιλιόμετρα, δίχω ημίμετρα, δίχως ανάγκη
Σιγώ όλα αυτά που με τρόμαζαν
Σιγούν οι ευχές και οι κατάδικες κατάρες μου
κι αποσύρονται στου ανέμου το διάβα
με ένδυμα το χρώμα
Τώρα μπορώ να γίνω
ίσαμε και το χρώμα του γλάρου,
που πάντα ζήλευα
ίσαμε και η χάλκινη οξείδωση των Ενετικών λίθων,
που πάντα θαύμαζα
ίσαμε και θάλασσα αιώνια βαθυγάλανη
απ' άκρη σ' άκρη των οριζόντων
που αιώνια αγαπούσα
Τώρα το μόνο που μένει
είναι τα μάτια, μάτια που αισθάνονται
δίχως ανάγκη, δίχως λαχτάρα,
δίχως απορία που γυρεύει απαντήσεις
μάτια ζωντανά, δίχως όρους,
δίχως σύνορα,
δίχως τα κάγκελα μιας θωριάς
Μάτια καρφωμένα στο κύμα
ακόμα ζωντανά,
μα και άψυχα μαζί,
ιδέα να λογίζομαι κι εγώ η ίδια πια,
με μιας ιδέας το σχήμα να περιγράφω έναν επίλογο
Δεν περπατώ εποχές πια
κι αν υπάρχουν,
δεν τις λογώ πια, δεν είναι ανάγκη
τσαλακωμένες στις χούφτες μου
ωσαν καραβάκια χάρτινα μουλιασμένα
μαζί μου στο τέλος τις παρασέρνω
Αναιρώντας τις αυτονόητες ιδιοκτησίες
δεν έχω στεριά, μήτε πατρίδα, μήτε αλυσίδες με δένουν
Τώρα διασκορπίζομαι,
ωσάν λάδι κι ακρυλικό σε αρμονίκό ανακάτωμα
διαχέοντας την ουσία μου
καταμεσής του παντού
κι εξόρστα του πουθενά
στο υπέροχο τίποτε των σαλεμένων ποιητών
στο αυθόρμητο χαμόγελο των ερωτευμένων ανόητων
στο πρώτο ελπιδοφόρο κλάμα του νεογέννητου
στων ανόητων τις ελπίδες
και στων εξουσιαστών τις λεπίδες
Πατρίδα μου στερνή,
όλα όσα ονειρεύτηκα,
βάφοντας
μια ιδέα, μια ανάσα, μια βουβή κραυγή
Ω, ναι!
Τώρα μπορώ να είμαι όλα,
όλα όσα αντέχει να είναι ένα υπέροχο τίποτα,
στην τιποτένεια υπεροχή του!
____________________________
[c] Ε. Χατζηδάκη
Painting: Burst [Oil]
[ ...nothing to add...at last!]