Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

Ελεύθερη Τροχιά [ ΜΙΤΟΣ ]




Σε μια μυσθαγωγία
Εκεί 
καταλήγουν όλα
ειπωμένα κι ανείπωτα
καμωμένα η κι αδιέξοδα

Όπου 
τίποτα δεν σε κρατά
μα όλα γίνεσαι παραμένοντας
των καιρών παρατηρητής
κραδαίνοντας ισορροποίες ευάλωτες



Σε μια καταβύθιση
Εκεί
ανασαίνουν όλα
καταμεσής των ρωγμών 
αντλώντας ανάσες 
στις στερνές φυσαλίδες οξυγόνου

'Οπου 
τίποτε δεν υπάρχει
μα όλα 
-βάρη κι ελαφρύτητες-
θαρρείς σου ανήκουν 
ασφαλείς ανασφάλειες γκρεμίζοντας 


Σε μια παραίτηση
Εκεί
ξεκινούν όλα

Όπου 
τίποτε δεν υπόσχεται
μα όλα καρτερούν μια ιδέα
λυτρωτική ωσάν επανάσταση
δυνατή ωσάν ανατροπή


Σε μια απομάγευση
Εκεί
παίρνει ορισμό η ανατροπή

Όπου 
τίποτε δεν βαστά το περίγραμμα του
μα ένα πείσμα αρκεί να το αναδημιουργήσεις

Ένας Αιώνιος 
Μίτος

Κι ας 
μη ξέρεις που ξεκινά
τι διανύει με μια δύναμη
τι διεκδικεί με ένα πείσμα
τι απελευθερώνει με μια ανατροπή
σε τι καταλήγει με μια δρασκελιά

Κλείσε τα μάτια
και απλά 
το μίτο σου
απελευθέρωσε
στο αιωνόβιο άπειρο του 


Εκεί
άπειρο 
γίνεσαι κι εσύ
στου 
Μίτου σου
την Ελέυθερη Τροχιά
________________________________
[c] Eυαγγελία Χατζηδάκη

....στο αιώνιο του μύθου η του εφιάλτη κύλισμα
...στις αιώνιες των ανθρώπων Τροχιές..

.



Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019

Fear




The fear 
of loosing


My fear 
of loosing


Is
my hymn 
to
greatest losses
of
perfect loves
in
cursed dimensions


Yet
fear
the greatest loss
it remained


______________
 [c] Evangelia Hatzidaki
Painting/ oil

[...art...was it ever the child of gain ..
or a magnificent fear of the loss..]


Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019

ΔιαΦυγή



Απόψε 
θα φύγω

Πάντα φεύγω

Πριν το τόσο
γίνει καν ένα συμβιβαστικό όσο

Εκεί 
ανασαίνει  η φάρα μου

ακαθόριστη
κενή μοντέλων
σε μια ελευθερία αδιαπραγμάτευτη

σε ότι αναίτια
το πάθος της κυβερνά και διαφεντεύει

Εκεί 
λογώ την απόλυτη έμπνευση 
μιας ηδονικής 
ανασφάλειας
μιας ασφυκτικής 
λαχτάρας 

Ενός υπέροχου
Τίποτα

Απόψε 
θα φύγω πάλι

Έτσι 
το Φως λογάται

μια υπέροχη
αντιδιαστολή σκότους

______________________________

[ c] Ευαγγελία Χατζηδάκη
      ΔιαΦυγή / Ακρυλικό


     






Τετάρτη 31 Ιουλίου 2019

Αδιαπραγμάτευτη Απεραντοσύνη


[ Free man! the sea is to thee ever dear!
The sea is thy mirror, thou regardest thy soul
In its mighteous waves that unendingly roll,
And thy spirit is yet not a chasm less drear.
- Charles Baudelaire  ]

Alas!

Free am I and vast is my holy land
Hardness and  fight have I came up against on deck
creating and extending my vision on this eternal vastness

Fighting waves, wave have I become!


Γυμνά
Σχεδον διάφανα στέκομαι τώρα

Στων χίλιων μου κόσμων τους αλυσσιδωτούς κύκλους
θα αφήνω τη ματιά να ταξιδεύει

Δε έρχομαι από κάπου
μήτε και κάπου λογώ τον πηγαιμό

Μου αρκεί μια ιδέα ανεξάντλητη
με πηγάινει μα απεραντοσύνη αδιαπραγμάτευτη

ως των Φαιάκων  τη γη
ως του Καβάφη την Αλεξάνδρεια
ως του Καββαδία την πιο θεριεμένη θάλασσα
μέσα απ' της Σκύλας και τς Χάρυβδης 
τ' ανόσια μονοπάτια

ως της ψυχής
την άπατη πεισμωμένη λαχτάρα
εκεί που Θεοί δεν πατούν
από φόβο μη σκιαστούν
και δαιμονικά δεν ανασαίνουν
από τρομάρα μην αφανιστούν

Εκεί που με μια αλλόκωτη αίσθηση
της ψυχής την ανάσα  μπορώ να αφουγκράζομαι
και του ονείρου τις απολίξεις
να τακτοποιώ με ένα σεβασμό κι ένα δέος

Εκεί, που ένα όνειρο
μ' ενα γινάτι πεισματάρικο
βρίσκει πάντα την φωνή να επιβάλεται  
σφαλίζοντας σεντούκια με λάφυρα ζωής

Εκεί που Θεός και αφέντης μου
μόνο εγώ θα ανασαίνω
των καιρών και των πατρίδων μου
την ακμάζουσα ουσία
όπως εγώ την οραματίστικα
όπως το γινάτι μου την επέβαλε
όπως η καρδιά κατάστηθα την κράτησε
το δρόμο να δικαιώνει

θάλασσα εγώ
θάλασσα εγώ, ακριβως

Στέκομαι ακόμα εκεί, διάφανα
ξαποσταίνοντας των χεριών τη φωτιά στο τιμόνι
μ΄ένα γινάτι διάφανο κι ανελέητο
ωσάν τα μάτια διαπερνά το καθάριο του νερού
επιτέλους απέραντος

Επιτέλους Διάφανος
στης μόνης πατρίδας 
την Αδιαπραγμάτευτη Απεραντοσύνη

Κύμα με το κύμα
Άνεμος με τον άνεμο
Θεός μέσα σε Θεό

 [You love to plunge into your image to the core,
Embracing it with eyes and arms; your very heart
Sometimes finds a distraction from its urgent smart
In the wild sea's untιmable and plaintive roar.
 
Charles Baudelaire]

Salty and endless, might the spirit be
beyond life's true comprehension
an overseas invisible freedom 

___________________
E. Χατζηδάκη


[ ...πρόκληση δεν είναι ο δύσκολος δρόμος
μα να τολμάς ν' αγαπάς κάτι τόσο πολύ που να γίνεσαι ότι δικαιώνει αυτό το δρόμο καπετάνιο...! ]

______________

Τρίτη 21 Μαΐου 2019

Αιώνια




Τίναξε
όλα τ' αποκαίδια

Και
χάρισε
ένα ολόγιομο χαμόγελο

Στον Άνεμο!


Δίχως Χθες
Δίχως Αύριο

Δίχως καν ανάγκη
πια
για Σήμερα!


Καμιά θάλασσα αιώνια
του χρόνου 
τα ανήλιαγα κελιά
δεν ελογίστηκε

Κι έμεινε 
Αιώνια
_____________
[c] Ε. Χατζηδάκη 

Έργο /Λάδι

[ ....μακρά των πάντων, της θλίψης η λήθη..
  ενίοτε και μακρά του εγώ σου...
  ...getting rid of my very me...is the only way to be!]




Παρασκευή 10 Μαΐου 2019

Η ΦυΓή



Απόψε
θα φύγω
πριν τις περίφημες νεκρολογίες του Eliot

Πάντα φεύγω
Σαν νεφέλες που περνούν
και ξεμακραίνουν 
όταν το αίμα σταματά να τραντάσει
οι νεκρολογίες, δεν με έπεισαν ποτέ, έτσι κι αλλιώς
...........................................

Ξάπλωσα νωχελικά
στο αιώνιο σημείο ισορροποίας μου

το σημείο ψυχραιμίας
- γιατί άραγε το αποκαλούν έτσι, μήπως παγώνει
το αίμα εκεί-
το σημείο γύμνιας από ψυχή και καιρούς
δίχως ταμπέλα, δίχως προδιαγεγραμμένο χρόνο
δίχως αξίωση καμιά εντελώς
ίσως κάποιες συντεταγμένες
μα κι αυτές αχνές πια και άνευ σημασίας
αν με ρωτήσεις δεν ξέρω πια να τις περιγράψω

Εδώ γαλήνια πια
μετά χρόνων και ψευδαισθήσεων το κούεσεμα
μέσα από ανελέητες φωτιές
και το ανείπωτο σκηνικό
της αλλαζονείας των νιάτων,
η νηνεμία μιας φρόνησης με ανακαλύπτει
επισφραγίζοντας
της ανθρώπινης φύσης μου, το αναπόφευκτα θνητό
επιτέλους,
επιτρεποντας μου έναν επίλογο επιείκειας

Η μήπως
άλλη μια αυταπάτη τούτο αρμόζει να χαρακτηριστεί
Κατά πάσα πιθανότητα,
μα κι αυτό, μια μη αρμόζουσα πιθανολογία το λογώ πια
μέσα σε μια δίνη υποκειμενικών πιθανοτήτων 

Αφού ένας Eliot,
ακόμα καταφέρνει να με πείθει
φρόνηση, πως μόνο οι νεκρολογίες κουβαλάνε
ποτέ η ζωή των ουσιαστικά ζωντανών
και ποτέ η αλήθεια κι ο παραδομός ως πράξη

Μα πόσοι έμειναν ζωντανοί
λογούμαι τώρα

Ποια φρόνηση να επικαλεστώ
αστείο που ακούγεται
πάντα αστεία ακουγόταν
κι αστείο θε να μείνει σε μια γωνιά του νου
Επιλογή μου,
η αιώνια φωτιά, στων οριζόντων
το -έτσι κι αλλιώς- εύπλαστο σύνορο τους
εκεί , που τώρα αρμόζει η χαραξιά του επίλογου

Πεισματικά κι οριστικά
θα σκαρφιστώ
ένα παιχνίδι ,  νου και θανάτου
προκαθορισμένα σαγηνευτικό,
μεταίωρο ανάμεσα στο φως του δειλινού και της Ηούς
να με πλανεύει, ικανοποιώντας τις αισθήσεις
ως γνήσιο νοσταλγό της απόλυτης ακολουθείας της ζωής
σε πείσμα της γύμνιας μου
μπροστά στον αλγόριθμου της θνητότητας


Και κοίτα να δεις!

Άγνωστη εγώ
ακόμη και σε  εμένα, τον αιώνιο κριτή μου
Κι απροσδιόριστη να μείνω επιλέγω,
ακόμη κι ανάμεσα
σε τούτες τις ξεδιάντροπα ζωντανές αποχρώσεις
ενός σημείου φαινομενικής ισορροποίας
σε μια κατά συνθήκη αλληλεπίδραση
ζωής και θανάτου, τέλους και αρχής
πρόθεσης και πράξης
φρόνησης και παραλογισμού
Χαλαρά πια να ανασαίνω
των καιρών μου τις εποχές
μπροστά στης ζωής
την επίμονη απεραντοσύνη 


Εποχές,
άλλοτε νοτισμένες με μια απέριτη γύμνια
με μούσκευαν,
της ψυχής το χρώμα παρασέρνοντας ως το κόκαλο
να γυρεύει να τρυπήσει το φθαρτό της σάρκας
με λάφυρα και μπιχλιμπίδια
από του Καβάφη την μακρινή Αλεξάνδρεια
με διαλαλούσαν 
σε χρώματα χυμένα σε καμβάδες
σε λέξεις, ανούσια συγκεντρωμένες
καταμεσής στων νεφελών τις ρωγμές

Εποχές που με κατέγραφαν,
σε μια προσπάθεια να με χωρέσουν, 
να με νουθετήσουν
άλλοτε κρεμώντας παλτό δυσβάσταχτα βαρύ 
σε κάθε ακίδα του νου
γδέρνοντας απολαυστικά της ματιάς τον πυρήνα
τα θέλω γυμνόνοντας, πλάι στα αναπόφευκτα
Κι άλλοτε πάλι,
κουρσέβοντας κάθε στάχυ ξανθό, της ψυχής
της εξ' ορισμού σαρκοβόρας
απαρχής καταδικασμένης σε μια ερήμην συνθηκολόγηση
λεηλατώντας κάθε ανάσα των κυττάρων σε ένα οικείο παραδομό

Κι όταν να με χωρέσουν δε κατάφερναν,
μάτια γυμνά μόνο μου άφηναν
σε τούτο το ιερό σημείο, των αιώνιων λίθων
να με προσδιορίζουν
ωσάν γκροντέσκα φιγούρα επιδέξιου καλλιτέχνη
Μάτια γυμνά, 
φλεγόμενα, υπνοτισμένα, κι ολόγιομα
ωσάν πανσέληνες αντανακλάσεις
από στερέωμα αμφίβολο κρεμάμενα,
ποτισμένα με θάλασσα και πυρά, θάνατο και ζωή
Δίψα και νερό, ένα!
Ύπαξη και ανυπαρξία ένα!


...........................................

Και τότε...

Άνεμος!

Και να που τώρα,
με ένα πινέλο στα δάκτυλα,
σβήνει σε μια μυσταγωγική ιεροτελεστία
της θάλασσας τις αέρινες ριτίδες
ξεβάφοντας πλεούμενα και πετούμενα
αποχρωματίζοντας πιξίδες και χάρτες
αποβάθρες και προορισμούς

Κι αφού τα αναδόμησε όλα
κατά πως γούσταρε
Στράφηκε στο στερνό κομμάτι
που μαρτυρούσε και την ίδια την ύπαρξη μου

Τον καρτερούσα
Έτσι απλά, έτσι από πάντα
Έναν άνεμο ωσάν ετούτο, σε μια ίση αναμέτρηση
σχεδόν έμψυχο, ακριβως άνεμο
 μπροστά στον επίλογο της γραφής

Αρχίζει διαγράφοντας τα πέλματα μου
αυτούς τους ταλαίπορους ταξιδιώτες
των βράχων και των Ενετικών τοιχών
τους αρχέγονους αλήτες σουλατσαδόρους
άλλοτε σε στράτες της θάλασσας χαμένοι
κι άλλοτε,
καταιγίδες σεργιανίζοντας
υπό μιας λιακάδας το λογισμό


Δεν έχω πια βήμα,
ανάλαφρα, σβήνομαι κι εγώ πια,
μετουσιόνομαι σε κάτι ελεύθερο υπόστασης

Χρώμα!

Χρώμα γίνομαι σιγά σιγά
και χύνομαι με αργόσυρτες πινελιές
λυτρωτικής απελευθέρωσης
σε καμβά ανασαίνοντας το στερνό μου οξυγόνο
αγκαλιάζοντας την στερνή μου μορφή

Δεν τρομάζω πια
αδειάζω τώρα, όλα αδειάζουν, έτσι όπως αρμόζει

Δεν λυπάμαι πια
Τίποτε δεν είναι ικανό να με χαρακώσει πια

Χρώμα εγώ
σε ένα ιδεατό καμβά
καταμεσής του μπλέ και της πορφύρας
δίχως χιλιόμετρα, δίχω ημίμετρα, δίχως ανάγκη

Σιγώ όλα αυτά που με τρόμαζαν
Σιγούν οι ευχές  και οι κατάδικες κατάρες μου
κι αποσύρονται στου ανέμου το διάβα
με ένδυμα το χρώμα 

Τώρα μπορώ να γίνω
ίσαμε και το χρώμα του γλάρου,
που πάντα ζήλευα
ίσαμε και η χάλκινη οξείδωση των Ενετικών λίθων,
που πάντα θαύμαζα
ίσαμε και θάλασσα αιώνια βαθυγάλανη
 απ' άκρη σ' άκρη των οριζόντων
που αιώνια αγαπούσα

Τώρα το μόνο που μένει
είναι τα μάτια, μάτια που αισθάνονται
δίχως ανάγκη, δίχως λαχτάρα, 
δίχως απορία που γυρεύει απαντήσεις
μάτια ζωντανά, δίχως όρους, 
δίχως σύνορα, 
δίχως τα κάγκελα μιας θωριάς

Μάτια καρφωμένα στο κύμα
ακόμα ζωντανά, 
μα και άψυχα μαζί,
 ιδέα να λογίζομαι κι εγώ η ίδια πια,
με μιας ιδέας το σχήμα να περιγράφω έναν επίλογο

Δεν περπατώ εποχές πια
κι αν υπάρχουν, 
δεν τις λογώ πια, δεν είναι ανάγκη
τσαλακωμένες στις χούφτες μου
ωσαν καραβάκια χάρτινα μουλιασμένα
μαζί μου στο τέλος τις παρασέρνω

Αναιρώντας τις αυτονόητες ιδιοκτησίες
δεν έχω στεριά, μήτε πατρίδα, μήτε αλυσίδες με δένουν

Τώρα διασκορπίζομαι, 
ωσάν λάδι κι ακρυλικό σε αρμονίκό ανακάτωμα
διαχέοντας την ουσία μου 
καταμεσής του παντού 
κι εξόρστα του πουθενά
στο υπέροχο τίποτε των σαλεμένων ποιητών
στο αυθόρμητο χαμόγελο των ερωτευμένων ανόητων
στο πρώτο ελπιδοφόρο κλάμα του νεογέννητου 
στων ανόητων τις ελπίδες
και στων εξουσιαστών τις λεπίδες 

Πατρίδα μου στερνή, 
 όλα όσα ονειρεύτηκα,
βάφοντας
μια ιδέα, μια ανάσα, μια βουβή κραυγή


Ω, ναι!
Τώρα μπορώ να είμαι όλα,
όλα όσα αντέχει να είναι ένα υπέροχο τίποτα,
στην τιποτένεια υπεροχή του!
____________________________

[c] Ε. Χατζηδάκη
      Painting: Burst [Oil]

[ ...nothing to add...at last!]